Η σιωπή των ορεινών χωριών της Ηπείρου: Ένα Πάσχα με άδειες πλατείες
Η φετινή πασχαλινή περίοδος στην Ήπειρο σημαδεύτηκε από μια πρωτοφανή απουσία των απόδημων που παραδοσιακά επιστρέφουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους για να γιορτάσουν το Πάσχα. Ειδικότερα στη Θεσπρωτία, η εικόνα των χωριών ήταν αποκαρδιωτική, καθώς οι παραδοσιακά ζωντανές πλατείες και οι αυλές των σπιτιών παρέμειναν σχεδόν έρημες. Η αντίθεση με τις προηγούμενες χρονιές είναι χαοτική, υπογραμμίζοντας μια ανησυχητική τάση αποξένωσης των ομογενών και των εσωτερικών μεταναστών από τις ρίζες τους, γεγονός που αποδίδεται σε ένα πλέγμα οικονομικών και ψυχολογικών παραγόντων.
Οι βασικότεροι πυλώνες αυτής της ερήμωσης εντοπίζονται στην καλπάζουσα ακρίβεια και το δυσβάσταχτο κόστος μετακίνησης. Η οικονομική στενότητα έχει καταστήσει το ταξίδι προς τα ορεινά χωριά της Ηπείρου μια «πολυτέλεια» που πολλοί δεν μπορούν πλέον να υποστηρίξουν. Επιπρόσθετα, η πρόσφατη σεισμική δραστηριότητα που καταγράφηκε στην περιοχή λειτούργησε αποτρεπτικά, καλλιεργώντας έναν διάχυτο φόβο στους επίδοξους επισκέπτες, οι οποίοι προτίμησαν να παραμείνουν στα αστικά κέντρα όπου αισθάνονται περισσότερο ασφαλείς. Ωστόσο, η αιτιολογία αυτή αποτελεί απλώς την κορυφή του παγόβουνου σε ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα.
Το ζήτημα της ερήμωσης της υπαίθρου μοιάζει πλέον να έχει λάβει διαστάσεις ανεπίστρεπτης καταστροφής. Τα χωριά της Ηπείρου, με τον πληθυσμό τους να αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από ηλικιωμένους, βρίσκονται σε μια διαδικασία αργού μαρασμού. Καθώς ο χρόνος περνά και ο πληθυσμιακός ιστός φθείρεται, η προοπτική της ολικής ερημιάς γίνεται μια ζοφερή πραγματικότητα. Η κριτική στρέφεται πλέον προς την πολιτεία, η οποία κατηγορείται για διαχρονική αδιαφορία και έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για τη στήριξη της περιφέρειας. Με την ύπαιθρο να καταρρέει, οι όποιες παρεμβάσεις συζητούνται σήμερα φαντάζουν ως εκπρόθεσμες προσπάθειες σε ένα οικοδόμημα που έχει ήδη υποστεί ανεπανόρθωτες ρωγμές.