Ο Σεπτέμβριος του 1943 παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές και αιματηρές σελίδες στην ιστορία της Θεσπρωτίας, καθώς η μαρτυρική Παραμυθιά βίωσε μέσα σε λίγες ημέρες μια διπλή τραγωδία. Η πόλη μετατράπηκε σε θέατρο φρικτών θηριωδιών, σημαδεύοντας ανεπανόρθωτα τη συλλογική μνήμη της Ηπείρου εξαιτίας της ναζιστικής βίας και της δράσης των τοπικών ένοπλων ομάδων. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Παραμυθιά λειτουργούσε ως διοικητικό κέντρο με πληθυσμό Έλληνες χριστιανούς και μουσουλμάνους Τσάμηδες, των οποίων η ηγεσία συνεργάστηκε στενά με τις δυνάμεις του Άξονα, ασκώντας συστηματική τρομοκρατία.
Η κορύφωση της βίας εκδηλώθηκε σε δύο διακριτά κύματα μέσα στον ίδιο μήνα. Η πρώτη μαζική εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1943, όταν εννέα άτομα από χωριά της περιοχής εκτελέστηκαν διά τυφεκισμού στην αυλή του δημοτικού σχολείου. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 24 Σεπτεμβρίου, μετά από ενέδρα ανταρτών του ΕΔΕΣ κατά γερμανικής περιπολίας στη θέση «Σκάλα» Παραμυθιάς, οι κατοχικές αρχές εφάρμοσαν το αποτρόπαιό τους δόγμα περί συλλογικής ευθύνης, προχωρώντας σε σκληρά και άμεσα αντίποινα.
Ως αποτέλεσμα των αντιποίνων, στις 29 Σεπτεμβρίου 1943, εκτυλίχθηκε η μεγαλύτερη σφαγή, κατά την οποία σαράντα εννέα Έλληνες πρόκριτοι, επιστήμονες, κληρικός, έμποροι και πολίτες οδηγήθηκαν σε ομαδικό τάφο και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τα γερμανικά αποσπάσματα και ένοπλους Τσάμηδες. Αυτές οι πράξεις αναγνωρίστηκαν μεταπολεμικά ως εγκλήματα πολέμου, αφήνοντας μια βαριά κληρονομιά πόνου. Ο «μαύρος Σεπτέμβριος» της Παραμυθιάς διατηρείται ζωντανός στη μνήμη ως διαρκής υπενθύμιση των συνεπειών του φασισμού, με την τοπική κοινωνία να τιμά κάθε χρόνο τα θύματα.



