Σημαντική θέση στην ελληνική παραγωγή ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας εξακολουθεί να κατέχει η Θεσπρωτία, με την ετήσια παραγωγή στην περιοχή να προσεγγίζει πλέον τους 15.000 τόνους, σύμφωνα με τα στοιχεία της νέας Ετήσιας Έκθεσης Υδατοκαλλιέργειας. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 12% της συνολικής ελληνικής παραγωγής, αναδεικνύοντας τη μεγάλη βαρύτητα του κλάδου για την τοπική οικονομία, την απασχόληση και την εξαγωγική δραστηριότητα της περιοχής. Σύμφωνα με τη 12η Ετήσια Έκθεση της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ), η συνολική παραγωγή στην Ελλάδα ανήλθε σε 126.500 τόνους αξίας 865 εκατομμυρίων ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 4% στον όγκο και σχεδόν 16% στην αξία των πωλήσεων σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η εξαγωγική δραστηριότητα παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή, καθώς περίπου το 82% της παραγωγής τσιπούρας και λαβρακιού κατευθύνθηκε σε αγορές του εξωτερικού, φτάνοντας τους 97.400 τόνους συνολικής αξίας 672 εκατομμυρίων ευρώ, με βασικούς προορισμούς την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Παράλληλα, οι μέσες τιμές πώλησης ενισχύθηκαν κατά 10% για την τσιπούρα και κατά 11% για το λαβράκι, στηρίζοντας τα οικονομικά μεγέθη των επιχειρήσεων του κλάδου. Για τη Θεσπρωτία, η πορεία αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο στην τοπική ανάπτυξη, καθώς ο κλάδος της ιχθυοκαλλιέργειας αποτελεί έναν από τους βασικότερους παραγωγικούς πυλώνες.
Ωστόσο, παρά τη θετική πορεία στην παραγωγή και στις τιμές, οι επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες με αυξανόμενες λειτουργικές πιέσεις. Όπως επισημαίνει η ΕΛΟΠΥ, οι ανατιμήσεις στις ιχθυοτροφές έχουν ανεβάσει το κόστος παραγωγής κατά περίπου 10%, ενώ επιπλέον πίεση ασκεί η άνοδος του ενεργειακού κόστους. Στα σοβαρά εμπόδια για τον κλάδο προστίθενται οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή και αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις υδατοκαλλιέργειες, οι οποίες προκαλούν αβεβαιότητα στις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Παρά τις προκλήσεις, τα δεδομένα επιβεβαιώνουν τη δυναμική της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας και τον κομβικό ρόλο της Θεσπρωτίας.
.png&w=1920&q=75)


