Η Ήπειρος εξακολουθεί να παραμένει εγκλωβισμένη στην «τρίτη ταχύτητα» της ελληνικής οικονομίας, παρά τις σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές και τη διαχρονική ροή ευρωπαϊκών κονδυλίων. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση βασισμένη σε δεδομένα της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ, η περιφέρεια παρουσιάζει χαμηλά ποσοστά παραγωγικότητας και ΑΕΠ, υπολειπόμενη σημαντικά από τον εθνικό μέσο όρο. Η τάση αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη απόκλιση, όπου η Ήπειρος, αντί να συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, παρουσιάζει εικόνα σχετικής οικονομικής οπισθοδρόμησης, επιδεινωμένη από το δημογραφικό πρόβλημα και την απώλεια πληθυσμού.
Στο επίκεντρο αυτής της ανισόρροπης ανάπτυξης βρίσκεται η Θεσπρωτία, η οποία αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση αναπτυξιακής αντίφασης. Παρά το γεγονός ότι διαθέτει κομβικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως το λιμάνι της Ηγουμενίτσας, την άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό και σημαντικούς τουριστικούς προορισμούς, η περιοχή αδυνατεί να μετατρέψει αυτά τα εφόδια σε μια βιώσιμη τοπική οικονομία. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα παραμένει περιορισμένη, ενώ η ανάπτυξη δεν διαχέεται από τις παραλιακές ζώνες προς την ορεινή ενδοχώρα, η οποία συνεχίζει να ερημώνει πληθυσμιακά.
Το πρόβλημα της περιοχής δεν εντοπίζεται στην έλλειψη υποδομών, αλλά στην αδυναμία δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου παραγωγικού οικοσυστήματος. Η συγκέντρωση των δραστηριοτήτων στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ηπείρου, σε συνδυασμό με την έλλειψη επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας και την περιορισμένη διαφοροποίηση της τοπικής οικονομίας, εμποδίζουν την ουσιαστική αναβάθμιση. Το παράδειγμα της Θεσπρωτίας αναδεικνύει τελικά το κρίσιμο συμπέρασμα ότι τα τεχνικά έργα, από μόνα τους, δεν αρκούν για να πυροδοτήσουν την ανάπτυξη χωρίς μια στρατηγική που θα αξιοποιεί στο έπακρο το τοπικό δυναμικό και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.
