Το σοβαρό περιστατικό στην Ηγουμενίτσα, με τη νεαρή γυναίκα να νοσηλεύεται βαριά τραυματισμένη και τον σύντροφό της να βρίσκεται αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη, επαναφέρει στο προσκήνιο μια οδυνηρή πραγματικότητα. Η έμφυλη και η ενδοοικογενειακή βία δεν αποτελούν φαινόμενα που περιορίζονται στην ανωνυμία των μεγαλουπόλεων, ούτε γνωρίζουν κοινωνικές τάξεις, επαγγέλματα ή ταχυδρομικούς κώδικες. Δίπλα στα γνωστά περιστατικά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, υπάρχουν αμέτρητα αφανή θύματα και δράστες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας των οποίων οι ιστορίες παραμένουν στη σκιά.
Η αντιμετώπιση αυτού του βαθύτατου κοινωνικού προβλήματος συχνά χωλαίνει λόγω λανθασμένων προτεραιότητας. Οι εκδηλώσεις εντυπωσιασμού και τα συνέδρια σε πολυτελή ξενοδοχεία δεν αρκούν για να αναχαιτίσουν την κρίση, όταν η ουσία δίνει τη θέση της στην προσωπική προβολή. Την ίδια στιγμή, τα Γραφεία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας δέχονται καθημερινά σωρεία καταγγελιών, αποδεικνύοντας ότι η βία δεν ήταν απλώς μια παρενέργεια των περιοριστικών μέτρων του παρελθόντος, αλλά μια διαχρονική πληγή της κοινωνίας μας.
Η λύση απαιτεί ουσιαστική αλλαγή κουλτούρας, διαπαιδαγώγηση και άμεση μηδενική ανοχή σε συμπεριφορές ελέγχου, απειλών ή εξευτελισμού. Είναι κρίσιμο τα θύματα να συνειδητοποιήσουν ότι η πρώτη πράξη βίας δεν πρέπει ποτέ να συγχωρείται ως μεμονωμένο ατύχημα, αλλά κυρίως να γνωρίζουν ότι η Πολιτεία διαθέτει τα κατάλληλα θεσμικά εργαλεία προστασίας. Η πραγματική στήριξη δεν βρίσκεται στα συνέδρια, αλλά δίπλα στην πόρτα που κάθε θύμα φοβάται να ανοίξει.



