Κατά τη μακρά και σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι προσπάθειες αποτίναξης του ζυγού ήταν συχνά αποσπασματικές και βραχύβιες. Ωστόσο, η Ήπειρος αποτέλεσε εξαίρεση, καθώς το Σούλι κατάφερε να συγκροτήσει μια αυτόνομη συνομοσπονδία χωριών, η οποία αμφισβήτησε έμπρακτα την κυριαρχία των κατακτητών. Η ιδιαιτερότητα αυτής της κοινωνικής οργάνωσης, που βασιζόταν στις ιστορικές «φάρες», αποτέλεσε το θεμέλιο για μια διαρκή διεκδίκηση της ελευθερίας, η οποία διατήρησε την περιοχή ανυπότακτη για δεκαετίες.
Η θρησκευτική πίστη και η τήρηση των ηθικών αξιών, όπως ο όρκος, η τιμή και η ενότητα, αποτέλεσαν τους συνεκτικούς δεσμούς των Σουλιωτών. Οι εκκλησίες στα χωριά τους, λιτές και συχνά με πολεμίστρες, μαρτυρούν μια καθημερινότητα όπου η πνευματική ζωή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αγώνα για επιβίωση. Η διδασκαλία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την κοινή ταυτότητα, ενώ ιερωμένοι, όπως ο ιερομόναχος Σαμουήλ, ενέπνευσαν με το παράδειγμά τους τους κατοίκους κατά τη διάρκεια των σκληρών συγκρούσεων με τις δυνάμεις του Αλή Πασά.
Οι τρεις μεγάλοι πόλεμοι των Σουλιωτών εναντίον του Αλή Πασά κατέδειξαν το απαράμιλλο σθένος τους, παρά τις συνεχείς προδοσίες και τις συνθήκες πολιορκίας. Η πτώση του Σουλίου το 1803 δεν σήμανε το τέλος του αγώνα, αλλά τη μετάβαση σε μια νέα φάση θυσίας, με κορυφαίες στιγμές την ανατίναξη στο Κούγκι και τον ηρωικό χορό του Ζαλόγγου. Η πίστη των Σουλιωτών δεν υπήρξε μόνο πνευματικό καταφύγιο, αλλά το ουσιαστικό εκείνο χαρακτηριστικό που τους διαφοροποίησε από τον κατακτητή, αποτελώντας τον πρόλογο για την Επανάσταση του 1821.
