Με αφορμή την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, αναδεικνύεται με εμφατικό τρόπο η ανάγκη για σύγχρονες και επαρκείς σχολικές υποδομές στον Δήμο Ηγουμενίτσας, καθώς και η κρίσιμη σημασία της αξιοποίησης των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων. Στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων βρισκόταν η επέκταση του Ειδικού Δημοτικού Σχολείου Ηγουμενίτσας και η κατασκευή δύο νέων νηπιαγωγείων στον αστικό ιστό, έργα που θα επέτρεπαν τη μετεγκατάσταση σχολείων τα οποία σήμερα λειτουργούν σε μισθωμένα κτίρια. Για τον σκοπό αυτό, υπήρχε η δυνατότητα χρηματοδότησης μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ήπειρος», με την έκδοση της σχετικής πρόσκλησης και τη χορήγηση διαδοχικών παρατάσεων κατόπιν αιτημάτων του Δήμου, παρέχοντας συνολικά ένα εύλογο χρονικό περιθώριο ενός έτους για την προετοιμασία των προτάσεων.
Παρά τις συνεχείς παρατάσεις και τις δημόσιες διαβεβαιώσεις της Δημοτικής Αρχής στο Δημοτικό Συμβούλιο ότι οι μελέτες βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο ωριμότητας 75%-80% και ότι οι προθέσεις ήταν εμπρόθεσμες, τελικά δεν υποβλήθηκε καμία πρόταση έως την οριστική λήξη της προθεσμίας. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τους χειρισμούς της δημοτικής αρχής, ιδίως όταν την ίδια στιγμή έχουν γίνει απευθείας αναθέσεις σε εξωτερικούς συμβούλους για την αναζήτηση χρηματοδοτήσεων. Η έλλειψη τελικού αποτελέσματος αποδεικνύει ότι η ύπαρξη πόρων από μόνη της δεν αρκεί, εάν δεν υπάρχει ορθός έγκαιρος σχεδιασμός και η απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Η τοπική κοινωνία και οι δημότες της Ηγουμενίτσας παρακολουθούν τις εξελίξεις, καθώς η πόλη δεν έχει την πολυτέλεια να απωλέσει άλλες ευκαιρίες ανάπτυξης για το μέλλον των παιδιών της. Η διαχείριση των κτιριακών υποδομών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης απαιτεί υπευθυνότητα, διαφάνεια και έμπρακτη διεκδίκηση, μακριά από επικοινωνιακές εξαγγελίες που δεν συνοδεύονται από πράξεις.



